la cáscara
cás
ˈkas
κασ
ca
ka
κα
ra
ɾa
ρα

Ορισμός και σημασία του "cáscara"στα ισπανικά

01

φλούδα, εξωτερικό περίβλημα

la cubierta exterior y protectora de una fruta, un huevo o un fruto seco 
la cáscara definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cáscaras
Παραδείγματα
La cáscara de la naranja es gruesa y aromática. 

Το φλοιό του πορτοκαλιού είναι παχύ και αρωματικό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store