el pimiento
pim
ˈpim
pim
ien
jen
yen
to
to
to
pigmento

Ορισμός και σημασία του "pimiento"στα ισπανικά

01

πιπεριά, γλυκό πιπέρι

vegetal que puede ser rojo, verde o amarillo y se usa en la comida 
el pimiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pimientos
Παραδείγματα
Me gusta el pimiento en la ensalada. 

Μου αρέσει η πιπεριά στη σαλάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store