la lechuga
le
le
λε
chu
ˈʧu
τσου
ga
ɣa
γα
tortugapechugabelugaarruga

Ορισμός και σημασία του "lechuga"στα ισπανικά

01

μαρούλι, σαλάτα

planta de hojas verdes que se come cruda en ensaladas 
la lechuga definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lechugas
Παραδείγματα
Compré una lechuga para la ensalada. 

Αγόρασα ένα μαρούλι για τη σαλάτα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store