el hacha
ha
ˈa
a
cha
ʧa
cha
haciahucha

Ορισμός και σημασία του "hacha"στα ισπανικά

01

πελέκι, μικρό τσεκούρι

una herramienta con un filo metálico en un mango, usada para cortar o partir madera 
el hacha definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
hachas
Παραδείγματα
Llevaban un pequeño hacha en la mochila para acampar. 

Κουβαλούσαν ένα μικρό τσεκούρι στο σακίδιό τους για κατασκήνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store