la alfombra
al
al
αλ
fomb
ˈfomb
φομμπ
ra
ɾa
ρα
sombra

Ορισμός και σημασία του "alfombra"στα ισπανικά

01

χαλί, κουβέρτα

tela gruesa que se pone en el suelo para decorar o dar calor 
la alfombra definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
alfombras
Παραδείγματα
La alfombra es muy suave. 

Το χαλί είναι πολύ μαλακό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store