Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El cuadro
01
πίνακας, ζωγραφιά
objeto rectangular con pintura o dibujo que se cuelga en la pared
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cuadros
Παραδείγματα
El cuadro está colgado en la sala.
02
τετράγωνο, τετράγωνη μορφή
figura geométrica con cuatro lados iguales y cuatro ángulos rectos
Παραδείγματα
Dibujó un cuadro en la hoja de papel.
Ζωγράφισε ένα τετράγωνο στο φύλλο χαρτιού.



























