Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El reloj
01
ρολόι, ρολόι χειρός
objeto que indica la hora del día
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
relojes
Παραδείγματα
El reloj digital es más fácil de leer.
Το ρολόι ψηφιακό είναι πιο εύκολο να διαβαστεί.
02
ρολόι, ρολόι χεριού
dispositivo pequeño que se lleva en la muñeca para ver la hora
Παραδείγματα
El reloj marca las diez y media.
Το ρολόι δείχνει δέκα και μισή.



























