la bañera
Pronunciation
/baɲˈɛɾa/

Ορισμός και σημασία του "bañera"στα ισπανικά

01

μπανιέρα, λουτρό

recipiente grande para bañarse, generalmente en el baño
la bañera definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bañeras
Παραδείγματα
Los niños juegan en la bañera.
Τα παιδιά παίζουν στη μπανιέρα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store