el jabón
jabón
xaβon
khabon
jamón

Ορισμός και σημασία του "jabón"στα ισπανικά

01

σαπούνι

sustancia que se usa con agua para lavar o limpiar 
el jabón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
jabones
Παραδείγματα
Lávate las manos con jabón. 

Πλύνετε τα χέρια σας με σαπούνι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store