el lavabo
la
la
la
va
ˈβa
ba
bo
βo
bo
octavoclavopavonabo

Ορισμός και σημασία του "lavabo"στα ισπανικά

01

νιπτήρας, νιπτήρας

recipiente con grifo donde se lava las manos y la cara 
el lavabo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lavabos
Παραδείγματα
Me lavé las manos en el lavabo. 

Έπλυνα τα χέρια μου στο νιπτήρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store