el colchón
co
ko
ko
lchón
ˈlʧon
lchon
tensiónneutrónbutacónreunión

Ορισμός και σημασία του "colchón"στα ισπανικά

01

στρώμα

objeto blando donde se duerme encima en la cama 
el colchón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colchones
Παραδείγματα
Compré un colchón nuevo para la cama. 

Αγόρασα ένα νέο στρώμα για το κρεβάτι.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store