el cajón
ca
ka
κα
jón
ˈxon
χον
camóncapóncañóncagón

Ορισμός και σημασία του "cajón"στα ισπανικά

01

συρτάρι, συρτάρι

compartimento que se puede abrir y cerrar para guardar cosas 
el cajón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cajones
Παραδείγματα
El cajón está lleno de utensilios. 

Το συρτάρι είναι γεμάτο από κουζινικά σκεύη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store