Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El lavavajillas
01
πλυντήριο πιάτων
aparato eléctrico que limpia platos y utensilios de cocina automáticamente
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lavavajillas
Παραδείγματα
Puse los platos sucios en el lavavajillas.
Έβαλα τα βρώμικα πιάτα στο πλυντήριο πιάτων.



























