la lección
lección
lekθjon
lekthyon
tensiónneutrónbutacóncolchón

Ορισμός και σημασία του "lección"στα ισπανικά

01

μάθημα, μονάδα διδασκαλίας

unidad de estudio o enseñanza 
la lección definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
lecciones
Παραδείγματα
Hoy tenemos una lección de español. 

Σήμερα έχουμε ένα μάθημα ισπανικών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store