Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La chimenea
01
καμινάδα
conducto o estructura por donde sale el humo de una estufa, fuego o calefacción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
chimeneas
Παραδείγματα
El humo salía por la chimenea.
Ο καπνός βγαίνει από το καμινάδα.
02
τζάκι, εστία
estructura en una casa donde se enciende fuego para calentar una habitación
Παραδείγματα
Encendimos la chimenea para calentarnos.
Ανάψαμε το τζάκι για να ζεσταθούμε.



























