sexy
sex
ˈsek
sek
y
si
si

Ορισμός και σημασία του "sexy"στα ισπανικά

01

σέξι, αισθησιακός

una cualidad que resulta sexualmente atractiva o estimulante 
sexy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sexy
συγκριτικός βαθμός
más sexy
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sexy
αρσενικό πληθυντικό
sexy
θηλυκό ενικό
sexy
θηλυκό πληθυντικό
sexy
Παραδείγματα
El actor protagonista es muy sexy en su nuevo papel. 

Ο πρωταγωνιστής είναι πολύ σεξυ στον νέο του ρόλο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store