Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tonto
01
ανόητος, ηλίθιος
falto de inteligencia o sentido común, sin lógica o ridículo
Παραδείγματα
Cometió un error tonto por no prestar atención.
Διέπραξε ένα ηλίθιο λάθος μη δίνοντας προσοχή.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανόητος, ηλίθιος