Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amistoso
01
φιλικός
que muestra amistad o buena voluntad
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amistoso
συγκριτικός βαθμός
más amistoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amistoso
αρσενικό πληθυντικό
amistosos
θηλυκό ενικό
amistosa
θηλυκό πληθυντικό
amistosas
Παραδείγματα
La reunión fue amistosa y productiva.
Η συνάντηση ήταν φιλική και παραγωγική.



























