Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
culpable
01
ένοχος
que tiene la culpa o es responsable de algo malo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más culpable
συγκριτικός βαθμός
más culpable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
culpable
αρσενικό πληθυντικό
culpables
θηλυκό ενικό
culpable
θηλυκό πληθυντικό
culpables
Παραδείγματα
Sentí que era culpable aunque no cometí el error.
Ένιωσα ότι ήμουν ένοχος αν και δεν έκανα το λάθος.
El culpable
01
ένοχος, παραβάτης
persona que ha cometido un delito o falta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
culpables
Παραδείγματα
El culpable confesó su crimen.
Ο ένοχος ομολόγησε το έγκλημά του.
Λεξικό Δέντρο
culpable
culp



























