Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
sobrio
01
νηφάλιος
que no ha consumido alcohol o que está en su estado mental claro y sin efectos de intoxicación
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más sobrio
συγκριτικός βαθμός
más sobrio
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
sobrio
αρσενικό πληθυντικό
sobrios
θηλυκό ενικό
sobria
θηλυκό πληθυντικό
sobrias
Παραδείγματα
El conductor designado se mantuvo sobrio toda la noche.
Ο ορισμένος οδηγός παρέμεινε νήφιος όλη τη νύχτα.
02
μετρημένος, συγκρατημένος
serio, moderado y carente de exceso o frivolidad
Παραδείγματα
Es un hombre sobrio en sus gustos y en su vestir.
Είναι ένας μετριοπαθής άνδρας στις γούστα και τη ντύση του.



























