Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
regordete
01
στρουμπουλός
que tiene un poco de sobrepeso de manera redondeada y agradable
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más regordete
συγκριτικός βαθμός
más regordete
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
regordete
αρσενικό πληθυντικό
regordetes
θηλυκό ενικό
regordeta
θηλυκό πληθυντικό
regordetas
Παραδείγματα
La abuela acaricia a su nieto regordete.
Η γιαγιά χαϊδεύει τον χοντρούλη εγγονό της.



























