Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dulce
01
γλυκός, ζαχαρώδης
que tiene sabor de azúcar o parecido al azúcar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más dulce
συγκριτικός βαθμός
más dulce
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dulce
αρσενικό πληθυντικό
dulces
θηλυκό ενικό
dulce
θηλυκό πληθυντικό
dulces
Παραδείγματα
Me gusta el café dulce, no amargo.
Μου αρέσει ο γλυκός καφές, όχι ο πικρός.
02
γλυκός, απαλός
que produce un sonido agradable, suave o armonioso
Παραδείγματα
Tiene una voz dulce que encanta a todos.
Έχει μια γλυκιά φωνή που μαγεύει όλους.



























