los dulces
dul
ˈdul
dool
ces
θes
thes

Ορισμός και σημασία του "dulces"στα ισπανικά

01

γλυκά, καραμέλες

comidas pequeñas hechas con azúcar, como caramelos, chocolates o pasteles 
los dulces definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
dulces
Παραδείγματα
A los niños les encantan los dulces. 

Τα παιδιά λατρεύουν τα γλυκά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store