Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ancho
01
ευρύς, ευρύχωρος
que tiene mucha anchura o es muy espacioso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ancho
συγκριτικός βαθμός
más ancho
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ancho
αρσενικό πληθυντικό
anchos
θηλυκό ενικό
ancha
θηλυκό πληθυντικό
anchas
Παραδείγματα
La calle es muy ancha y fácil para manejar.
Ο δρόμος είναι πολύ ευρύς και εύκολος στην οδήγηση.
02
ευρύς, φαρδύς
que tiene una medida mayor de lo normal y no está ajustado
Παραδείγματα
Esta camisa es muy ancha y no me queda ajustada.
Αυτό το πουκάμισο είναι πολύ φαρδύ και δεν μου κάθεται σφιχτά.
El ancho
01
πλάτος
medida de una cosa de un lado a otro
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
anchos
Παραδείγματα
El ancho de la mesa es de dos metros.
Το πλάτος του τραπεζιού είναι δύο μέτρα.



























