curvo
cur
ˈkuɾ
koor
vo
βo
bo
cursocuervocuriocorvo

Ορισμός και σημασία του "curvo"στα ισπανικά

01

καμπύλος, κυρτός

que tiene forma de curva o no es recto 
curvo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más curvo
συγκριτικός βαθμός
más curvo
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
curvo
αρσενικό πληθυντικό
curvos
θηλυκό ενικό
curva
θηλυκό πληθυντικό
curvas
Παραδείγματα
La carretera es curvada y peligrosa. 

Ο δρόμος είναι κυρτός και επικίνδυνος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store