Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cansado
01
κουρασμένος
que siente fatiga o falta de energía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cansado
συγκριτικός βαθμός
más cansado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cansado
αρσενικό πληθυντικό
cansados
θηλυκό ενικό
cansada
θηλυκό πληθυντικό
cansadas
Παραδείγματα
No fui a la fiesta porque estaba cansado.
Δεν πήγα στο πάρτι γιατί ήμουν κουρασμένος.



























