cansado
Pronunciation
/kansˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "cansado"στα ισπανικά

01

κουρασμένος

que siente fatiga o falta de energía
cansado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cansado
συγκριτικός βαθμός
más cansado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cansado
αρσενικό πληθυντικό
cansados
θηλυκό ενικό
cansada
θηλυκό πληθυντικό
cansadas
Παραδείγματα
No fui a la fiesta porque estaba cansado.
Δεν πήγα στο πάρτι γιατί ήμουν κουρασμένος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store