feliz
Pronunciation
/felˈiθ/

Ορισμός και σημασία του "feliz"στα ισπανικά

01

ευτυχισμένος

que siente alegría o satisfacción
feliz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más feliz
συγκριτικός βαθμός
más feliz
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
feliz
αρσενικό πληθυντικό
felices
θηλυκό ενικό
feliz
θηλυκό πληθυντικό
felices
Παραδείγματα
Me hace feliz pasar tiempo con mi familia.
Με κάνει ευτυχισμένο να περνάω χρόνο με την οικογένειά μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store