Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gris
01
γκρι, γκρίζος
de color que resulta de mezclar blanco y negro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más gris
συγκριτικός βαθμός
más gris
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gris
αρσενικό πληθυντικό
grises
θηλυκό ενικό
gris
θηλυκό πληθυντικό
grises
Παραδείγματα
Tengo un abrigo gris.
02
γκρί, γκρίζος
de color entre blanco y negro, usado para describir el cielo nublado o la atmósfera apagada
Παραδείγματα
El cielo estaba gris y cubría toda la ciudad.
Ο ουρανός ήταν γκρίζος και κάλυπτε όλη την πόλη.
03
μονότονος, βαρετός
que es monótono, poco interesante o que carece de color o alegría
Παραδείγματα
El invierno en la ciudad puede ser muy gris y deprimente.
Ο χειμώνας στην πόλη μπορεί να είναι πολύ γκρι και καταθλιπτικός.



























