Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El apéndice
01
απόφυση
un pequeño órgano en forma de tubo unido al intestino grueso
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
apéndices
Παραδείγματα
Tenía fiebre y un dolor agudo donde se localiza el apéndice.
Είχε πυρετό και οξύ πόνο όπου βρίσκεται ο σκωληκοειδής απόφυση.
02
παράρτημα, παράρτημα
una sección al final de un libro con información adicional o complementaria
Παραδείγματα
El apéndice está numerado con letras, no con números.
Το παράρτημα αριθμείται με γράμματα, όχι με αριθμούς.



























