Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La rótula
01
επιγονατίδα, πατέλλα
el hueso pequeño y redondeado situado en la parte delantera de la rodilla
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
rótulas
Παραδείγματα
Se cayó y se golpeó la rótula contra el suelo.
Έπεσε και χτύπησε την επιγονατίδα στο πάτωμα.



























