el cráneo
crá
ˈkɾa
κρα
neo
neo
νεο
simultáneosubterráneocontemporáneo

Ορισμός και σημασία του "cráneo"στα ισπανικά

01

κρανίο, κρανιακό κουτί

la estructura ósea de la cabeza que protege el cerebro 
el cráneo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
cráneos
Παραδείγματα
El neurocirujano examinó la fractura en el cráneo. 

Ο νευροχειρουργός εξέτασε το κάταγμα στο κρανίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store