Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El esqueleto
[gender: masculine]
01
σκελετός, οστικό πλαίσιο
conjunto de huesos que forman la estructura del cuerpo
Παραδείγματα
El esqueleto humano cambia durante el crecimiento.
Ο ανθρώπινος σκελετός αλλάζει κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης.



























