la nuca
nu
ˈnu
noo
ca
ka
ka
nunca

Ορισμός και σημασία του "nuca"στα ισπανικά

01

σβέρκος, σβέρκος

parte posterior del cuello 
la nuca definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
nucas
Παραδείγματα
Sintió un escalofrío en la nuca al oír el ruido. 

Ένιωσε ένα ρίγος στον σβέρκο όταν άκουσε τον θόρυβο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store