el pecho
pe
ˈpe
pe
cho
ʧo
cho
hechotechocohechohelecho

Ορισμός και σημασία του "pecho"στα ισπανικά

01

στήθος

parte del cuerpo entre el cuello y el abdomen, delante del torso 
el pecho definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pechos
Παραδείγματα
El corazón está dentro del pecho. 

Η καρδιά βρίσκεται μέσα στο θώρακα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store