Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El pie
01
πόδι
parte del cuerpo en la parte inferior de la pierna, desde los dedos hasta el tobillo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pies
Παραδείγματα
Los pies nos ayudan a caminar.
Τα πόδια μας βοηθούν να περπατάμε.
02
πόδι, πόδι (μονάδα)
unidad de medida de longitud que equivale a 30,48 centímetros
Παραδείγματα
La mesa mide dos pies de largo.
Το τραπέζι έχει μήκος δύο πόδια.
03
πόδι
parte que sostiene o sirve de apoyo a un objeto
Παραδείγματα
La mesa tiene cuatro pies.
Το τραπέζι έχει τέσσερα πόδια.
04
σήμα, ένδειξη
una señal o indicación para que un actor, músico o técnico comience su acción
Παραδείγματα
El actor esperaba su pie para entrar en escena.
Ο ηθοποιός περίμενε το pie του για να μπει στη σκηνή.



























