Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La barbilla
01
πηγούνι
la parte inferior y más prominente de la cara situada debajo de la boca
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
barbillas
Παραδείγματα
El niño se apoyó la barbilla en la mesa.
Το αγόρι ακούμπησε το πηγούνι στο τραπέζι.



























