la nariz
na
na
na
riz
ˈɾiθ
rith
tamiztapizfelizbarniz

Ορισμός και σημασία του "nariz"στα ισπανικά

01

μύτη

parte de la cara que se usa para oler y respirar 
la nariz definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
narices
Παραδείγματα
Me duele la nariz. 

Πονάει το μύτη μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store