Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La cinta de correr
01
διάδρομος τρεξίματος, μηχανή τρεξίματος
máquina que permite correr o caminar en el mismo lugar sobre una banda en movimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
cintas de correr
Παραδείγματα
Corro todos los días en la cinta de correr del gimnasio.
Τρέχω κάθε μέρα στον διάδρομο τρεξίματος στο γυμναστήριο.



























