el alpinismo
Pronunciation
/ˌalpinˈismo/

Ορισμός και σημασία του "alpinismo"στα ισπανικά

El alpinismo
[gender: masculine]
01

ορειβασία

actividad de escalar montañas o picos elevados
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El alpinismo combina deporte y aventura.
Η ορειβασία συνδυάζει τον αθλητισμό και την περιπέτεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store