Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El montañismo
01
ορειβασία, ανάβαση βουνών
la actividad de escalar montañas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Practican montañismo en los Andes.
Ασκούνται στο ορειβασία στις Άνδεις.



























