el montañismo
mon
mon
μον
ta
ta
τα
ñis
ˈɲis
νιισ
mo
mo
μο
anarquismoextremismoconsumismoglobalismo

Ορισμός και σημασία του "montañismo"στα ισπανικά

El montañismo
01

ορειβασία, ανάβαση βουνών

la actividad de escalar montañas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Practican montañismo en los Andes. 

Ασκούνται στο ορειβασία στις Άνδεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store