Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El buceo
01
κατάδυση, υποβρύχια κατάδυση
el deporte o actividad de sumergirse bajo el agua, generalmente con equipo especial para respirar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El barco los llevó al mejor lugar para el buceo.
Το σκάφος τους οδήγησε στο καλύτερο σημείο για κατάδυση.



























