Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El remo
01
κωπηλασία, κωπηλατικός αθλητισμός
deporte en el que se maneja un bote usando remos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El remo exige mucha fuerza y coordinación.
Κωπηλασία απαιτεί πολλή δύναμη και συντονισμό.
02
κουπί, κωπηλασία
pala larga usada para mover un bote en el agua
Παραδείγματα
El remo de madera es más pesado.
Το κουπί από ξύλο είναι βαρύτερο.



























