Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El waterpolo
[gender: masculine]
01
υδατοσφαίριση, γουότερ πόλο
deporte acuático en el que dos equipos intentan marcar goles en la portería contraria
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Los partidos de waterpolo suelen ser muy intensos.
Οι αγώνες υδατοσφαίρισης είναι συνήθως πολύ έντονοι.



























