Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La gimnasia
01
γυμναστική
actividad física que incluye ejercicios para desarrollar fuerza, flexibilidad y coordinación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Practica gimnasia tres veces por semana.
Πρακτικάρει γυμναστική τρεις φορές την εβδομάδα.
LanGeek



























