el loro
lo
ˈlo
lo
ro
ɾo
ro
logro

Ορισμός και σημασία του "loro"στα ισπανικά

01

παπαγάλος, ομιλούν πουλί

ave colorida que puede imitar sonidos y hablar 
el loro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
loros
θηλυκό ενικό
lora
Παραδείγματα
El loro vive en la selva tropical. 

Ο παπαγάλος ζει στην τροπική ζούγκλα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store