Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La llama
01
λάμα
mamífero andino domesticado, usado para cargar peso o por su lana
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
llamas
Παραδείγματα
La llama vive en los Andes.
Το λάμα ζει στις Άνδεις.
02
φλόγα, φωτιά
porción de fuego visible que sale de algo que arde
Παραδείγματα
La vela tiene una llama pequeña.
Το κερί έχει μια μικρή φλόγα.



























