la oveja
o
o
ο
ve
ˈβe
βε
ja
xa
χα
oreja

Ορισμός και σημασία του "oveja"στα ισπανικά

01

πρόβατο, κορόιδο

animal doméstico que tiene lana y se cría por su carne o leche 
la oveja definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
ovejas
αρσενικό ενικό
carnero
θηλυκό ενικό
oveja
neutral form
ovino
Παραδείγματα
La oveja come hierba en el campo. 

Το πρόβατο τρώει χόρτα στο χωράφι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store