el perro
pe
ˈpe
πε
rro
ro
ρο
puerroperno

Ορισμός και σημασία του "perro"στα ισπανικά

01

σκύλος

animal doméstico que suele ser compañero del hombre, con cuatro patas, pelo y buen olfato 
el perro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Perros
θηλυκό ενικό
perra
Παραδείγματα
El perro está jugando en el parque. 

Ο σκύλος παίζει στο πάρκο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store