Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El perro
01
σκύλος
animal doméstico que suele ser compañero del hombre, con cuatro patas, pelo y buen olfato
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Perros
Παραδείγματα
El perro está jugando en el parque.
Ο σκύλος παίζει στο πάρκο.



























