Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jacksnipe
01
μικρομπεκάτσινο, τζακσνάιπ
a type of small, short-billed sandpiper bird that is widely distributed in the Northern Hemisphere
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
jacksnipes
02
μικρομπεκάτσινο, μικρή νερομπεκάτσα
a small short-billed Old World snipe
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
jacksnipe
jack
snipe



























