jackknife
jack
ˈʤæk
τζαικ
knife
naɪf
ναιφ
/d‌ʒˈækna‌ɪf/

Ορισμός και σημασία του "jackknife"στα αγγλικά

01

jackknife, βουτιά με άγγιγμα αστραγάλων

a dive in which the diver bends to touch the ankles before straightening out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jackknifes
02

σουγιάς, πτυσσόμενο μαχαίρι

a large knife with one or more folding blades
to jackknife
01

ενεργώ αντίθετα με τον κανόνα ή την αποδεκτή τάξη, ενεργώ αντίθετα με τη γενική πρακτική

contrary to rule or accepted order or general practice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jackknife
γ΄ ενικό πρόσωπο
jackknifes
ενεστώτα μετοχή
jackknifing
απλός αόριστος
jackknifed
παθητική μετοχή
jackknifed
02

βουτώ ψαλίδι, πηδώ στο νερό σε ορθή γωνία

dive into the water bending the body at the waist at a right angle, like a jackknife
03

διπλώνομαι, κάνω το μαχαίρι

(of articulated vehicles such as tractor trailer) to experience a loss of control where the front and rear parts of the vehicle fold together

Λεξικό Δέντρο

jackknife

jack

+

knife

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store