Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Jackknife
01
jackknife, βουτιά με άγγιγμα αστραγάλων
a dive in which the diver bends to touch the ankles before straightening out
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
jackknifes
02
σουγιάς, πτυσσόμενο μαχαίρι
a large knife with one or more folding blades
to jackknife
01
ενεργώ αντίθετα με τον κανόνα ή την αποδεκτή τάξη, ενεργώ αντίθετα με τη γενική πρακτική
contrary to rule or accepted order or general practice
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
jackknife
γ΄ ενικό πρόσωπο
jackknifes
ενεστώτα μετοχή
jackknifing
απλός αόριστος
jackknifed
παθητική μετοχή
jackknifed
02
βουτώ ψαλίδι, πηδώ στο νερό σε ορθή γωνία
dive into the water bending the body at the waist at a right angle, like a jackknife
03
διπλώνομαι, κάνω το μαχαίρι
(of articulated vehicles such as tractor trailer) to experience a loss of control where the front and rear parts of the vehicle fold together
Λεξικό Δέντρο
jackknife
jack
knife



























